Τραμπ: «Ανοίγει» τα αμερικανικά πολεμικά πλοία στα ξένα ναυπηγεία
Η μεγάλη στροφή του Πολεμικού Ναυτικού των Ηνωμένων Πολιτειών.
Μια αλλαγή που μπορεί να ανατρέψει πολιτική δεκαετιών στην αμερικανική ναυπηγική βιομηχανία προωθεί ο Ντόναλντ Τραμπ, ανοίγοντας τον δρόμο ώστε πλοία του Πολεμικού Ναυτικού των ΗΠΑ να μπορούν να κατασκευάζονται σε ναυπηγεία του εξωτερικού. Με νέο μνημόνιο εθνικής ασφάλειας, ο Αμερικανός πρόεδρος επιτρέπει σε ξένες ναυπηγικές εταιρείες που πραγματοποιούν σημαντικές επενδύσεις σε αμερικανικά ναυπηγεία να αναλάβουν, υπό προϋποθέσεις, την κατασκευή έως και δύο πλοίων στις εγκαταστάσεις τους στο εξωτερικό.
Η κίνηση παρουσιάζεται ως προσωρινός τρόπος για να αυξηθεί ταχύτερα η παραγωγική δυνατότητα του αμερικανικού στόλου, την ώρα που τα εγχώρια ναυπηγεία αντιμετωπίζουν μεγάλες καθυστερήσεις και περιορισμούς δυναμικότητας. Πρόκειται για σημαντική μετατόπιση από την παραδοσιακή αμερικανική πολιτική. Η αμερικανική νομοθεσία απαγορεύει κατ’ αρχήν την κατασκευή πλοίων των Ενόπλων Δυνάμεων ή βασικών τμημάτων του κύτους τους σε ξένα ναυπηγεία, αν και προβλέπεται δυνατότητα προεδρικής εξαίρεσης για λόγους εθνικής ασφάλειας.
Το μοντέλο: «Επενδύστε στις ΗΠΑ και κατασκευάστε προσωρινά και στο εξωτερικό»
Η λογική του σχεδίου είναι διπλή. Η Ουάσιγκτον θέλει να αξιοποιήσει άμεσα την πολύ μεγαλύτερη παραγωγική ικανότητα ναυπηγείων συμμαχικών χωρών, αλλά ταυτόχρονα να χρησιμοποιήσει αυτή την πρόσβαση ως κίνητρο για τη μεταφορά κεφαλαίων, τεχνογνωσίας και παραγωγικών δυνατοτήτων στις Ηνωμένες Πολιτείες. Το ίδιο το Πολεμικό Ναυτικό είχε ήδη περιγράψει στο ναυπηγικό του σχέδιο για το 2026 ένα «παγκοσμίως ολοκληρωμένο βιομηχανικό μοντέλο».
Μεταξύ άλλων, πρότεινε την κατασκευή έως δύο βοηθητικών πλοίων στο εξωτερικό και την παραγωγή μη ευαίσθητων τμημάτων πολεμικών πλοίων σε εγκαταστάσεις συμμάχων, ενώ η τελική συναρμολόγηση, τα διαβαθμισμένα συστήματα και οι δοκιμές θα παρέμεναν στις ΗΠΑ. Στο επίκεντρο βρίσκονται κυρίως χώρες με ισχυρή ναυπηγική βιομηχανία, όπως η Νότια Κορέα και η Ιαπωνία. Η νοτιοκορεατική Χάνουα αποτελεί ήδη χαρακτηριστικό παράδειγμα της στρατηγικής: έχει ανακοινώσει επένδυση 5 δισ. δολαρίων στο ναυπηγείο της στη Φιλαδέλφεια, με στόχο τη δραστική αύξηση της παραγωγής και των θέσεων εργασίας.
Η κυβέρνηση είχε μάλιστα συγκρουστεί ήδη με το Κογκρέσο για το ζήτημα. Τον Ιούλιο ο Λευκός Οίκος αντιτάχθηκε σε διάταξη της Βουλής που θα περιόριζε την αγορά πλοίων κατασκευασμένων σε ξένα ναυπηγεία. Η κυβερνητική πρόταση προέβλεπε τη δυνατότητα κατασκευής δύο πολεμικών πλοίων επιφανείας και δύο βοηθητικών πλοίων στο εξωτερικό, συνδέοντας τη δυνατότητα αυτή με σημαντικές άμεσες επενδύσεις στα αμερικανικά ναυπηγεία.
Ο πραγματικός αντίπαλος είναι ο χρόνος και η Κίνα
Πίσω από την απόφαση βρίσκεται ένα βαθύτερο στρατηγικό πρόβλημα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες δυσκολεύονται εδώ και χρόνια να κατασκευάζουν πολεμικά πλοία στον αριθμό και με την ταχύτητα που απαιτεί ο ανταγωνισμός με την Κίνα. Σύμφωνα με το αμερικανικό Γραφείο Κυβερνητικής Λογοδοσίας, τα προγράμματα ναυπήγησης του Πολεμικού Ναυτικού και της Ακτοφυλακής έχουν επί δύο δεκαετίες συστηματικά υπερβάσεις κόστους και πολυετείς καθυστερήσεις.
Το ίδιο το Πολεμικό Ναυτικό αναγνωρίζει ότι, παρότι ο προϋπολογισμός ναυπήγησης έχει περίπου διπλασιαστεί τις τελευταίες δύο δεκαετίες, ο αριθμός των πλοίων δεν έχει αυξηθεί αντίστοιχα. Το 2026 ο στόλος αριθμούσε περίπου 291 πλοία μάχης, έναντι της νομοθετημένης απαίτησης για 355. Παράλληλα, ο Λευκός Οίκος έχει επισημάνει ότι οι ΗΠΑ κατασκευάζουν λιγότερο από το 1% των εμπορικών πλοίων παγκοσμίως, ενώ η Κίνα αντιστοιχεί περίπου στο μισό της παγκόσμιας παραγωγής. Η επιλογή ξένων ναυπηγείων επομένως δεν παρουσιάζεται από την κυβέρνηση ως εγκατάλειψη του στόχου «να κατασκευάζονται πλοία στην Αμερική».
Αντίθετα, επιχειρείται να λειτουργήσει ως γέφυρα: οι σύμμαχοι θα προσφέρουν άμεσα παραγωγική δυναμικότητα και τεχνογνωσία, ενώ σε αντάλλαγμα θα επενδύουν δισεκατομμύρια στην αναγέννηση της αμερικανικής ναυπηγικής βιομηχανίας. Το πολιτικό και βιομηχανικό στοίχημα είναι μεγάλο. Εάν το μοντέλο λειτουργήσει, οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να αποκτήσουν πλοία ταχύτερα και παράλληλα να δημιουργήσουν νέα παραγωγική βάση στο εσωτερικό.
Εάν όμως η προσωρινή εξάρτηση από ξένα ναυπηγεία εξελιχθεί σε μόνιμη πρακτική, οι επικριτές θα μπορούν να υποστηρίξουν ότι η Ουάσιγκτον μεταφέρει στο εξωτερικό ένα από τα πλέον στρατηγικά κομμάτια της αμερικανικής αμυντικής βιομηχανίας. Σε κάθε περίπτωση, η απόφαση σηματοδοτεί μια καθαρή παραδοχή: απέναντι στην ταχύτητα με την οποία αναπτύσσεται η ναυτική ισχύς της Κίνας, η Αμερική δεν θεωρεί πλέον ότι έχει την πολυτέλεια να περιμένει μέχρι να λυθούν αποκλειστικά στο εσωτερικό τα προβλήματα των ναυπηγείων της.